Κατηγορία:Κόμιξ/Γελοιογραφίες

Από Humor Literacy
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα κόμιξ (εναλλακτική ορθογραφία: κόμικς - αγγλικά: comics) είναι μια μορφή οπτικής τέχνης, οι σύγχρονες ρίζες της οποίας εντοπίζονται στο 15ο αιώνα. Μπορούν βέβαια να συνδεθούν και με αρχαιότερες μορφές τέχνης όπως είναι τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά ή ακόμα και οι σπηλαιογραφίες. Τόσο τα κόμιξ όσο και οι γελοιογραφίες έχουν ως μονάδα την εικόνα (βινιέτα ή καρέ).

Τυπικά, τα κόμιξ αποτελούνται από διαδοχικές εικόνες, μεταξύ των οποίων υπάρχει αφηγηματική αλληλουχία, καθώς και από κείμενο, το οποίο μπορεί να λειτουργεί περιγραφικά (συνήθως ως πλαίσιο κειμένου), να αναπαριστά τα λόγια και τις σκέψεις των χαρακτήρων (συνήθως σε μπαλόνι ή συννεφάκι) ή να αναπαριστά ήχους. Οι γελοιογραφίες είναι σύντομες (μία ή δύο βινιέτες) και πολλές φορές αρκούνται σε μία λεζάντα που, αντίθετα με τα κόμιξ, μπορεί να μην είναι ενσωματωμένη στην εικόνα, αλλά να δίνεται κάτω από αυτή.

Ο συνδυασμός εικόνας και κειμένου καθιστά τα κόμιξ και τις γελοιογραφίες κατεξοχήν παράδειγμα πολυτροπικότητας.

Σύντομη ιστορία

Κόμιξ

Η σημερινή μορφή των κόμιξ ως εικονογραφημένων ιστοριών εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται ο Ελβετός δάσκαλος, ζωγράφος και καρικατουρίστας Ροδόλφος Τόπφερ, ο οποίος εξέδωσε το πρώτο του κόμικ με τίτλο "Histoire de M. Vieux Bois" το 1837, το περιοδικό Ally Sloper's Half Holiday που κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1884, καθώς και το Hogan's Alley του Ρίτσαρντ Άουτκολτ (Richard Outcault), του οποίου κύριος χαρακτήρας ήταν το Κίτρινο Παιδί και ξεκίνησε να δημοσιεύεται σαν ένθετο στριπ στην εφημερίδα "New York World" του Joseph Pulitzer το 1895.

Το κίτρινο παιδί Richard F. Outcault (Ohio State University) [Public domain], Wikimedia Commons

Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η ανάπτυξη που γνώρισαν οι εικονογραφημένες ιστορίες στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Αμερική, "κυρίως από τις ιστορίες με υπερήρωες εταιριών όπως η DC Comics και η Marvel comics. Στην Ευρώπη υπήρχε μια μικρή σκηνή, που ξεκίνησε με πρωτοπόρους τους Βέλγους και εκδόσεις όπως ο Τεντέν και το περιοδικό Spirou. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με την άφιξη των αμερικάνικων κόμιξ στην Ευρώπη αλλά και τη μεσολάβηση της δεκαετίας του '60, που αγκάλιασε αντικουλτούρες όπως τα κόμιξ, αυτά σιγά-σιγά καθιερώθηκαν ως σοβαρό είδος τέχνης".

Σήμερα, τα κόμιξ έχουν καθιερωθεί ως η ένατη τέχνη και έχουν αποκτήσει πολλά είδη. Τα δύο πιο συνηθισμένα είναι: α) τα κόμικ στριπς, τα οποία αφηγούνται μια μικρή ιστορία σε τρία ή τέσσερα καρέ, ενώ συνήθως απαντούν σε εφημερίδες και περιοδικά, όπου κάνουν κάποιο κοινωνικό ή πολιτικό σχόλιο, και β) οι μεγαλύτερες ιστορίες που εντοπίζονται σε ειδικά περιοδικά, εικονογραφημένες νουβέλες και άλμπουμ, και είναι ευρέως γνωστές ως κόμιξ ή βιβλία κόμιξ.


Γελοιογραφία

Η γελοιογραφία προσδιορίζεται ως είδος από το στόχο της, ο οποίος είναι η παρωδία/διακωμώδηση και η κριτική. Ως τέτοια, έχει πολύ συχνά πολιτικές προεκτάσεις.

Ένα παράδειγμα γελοιογραφίας με πολιτικές επιπτώσεις: δημοσιευμένη στην εφημερίδα "ΑΥΓΗ" την περίοδο διαπραγμάτευσης των οικονομικών μέτρων από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (Ιανουάριος 2015), η παραπάνω γελοιογραφία παρουσιάζει τον υπουργό οικονομικών της Γερμανίας Β. Σόιμπλε ως Ναζί. Γερμανικά μέσα άσκησαν έντονη κριτική στο σκίτσο, θεωρώντας το προσβλητικό, οδηγώντας τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα να τοποθετηθεί δημόσια και να διαχωρίσει τη θέση του. (Πηγή: "Καθημερινή")

Πρώιμες γελοιογραφίες υπάρχουν από την αρχαιότητα. Όπως αναφέρει η Βικιπαίδεια: "στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα στην Αθήνα ζούσε ο ζωγράφος Παύσων που κατά τον Αριστοτέλη παρίστανε τους ανθρώπους, όπως οι κωμικοί ποιητές, πολύ χειρότερους σε μια ρεαλιστική τάση παρωδίας και διακωμώδησης. Άλλος γνωστός γελοιογράφος ήταν ο Αντίφιλος της Αιγύπτου (β' ήμισυ 4ου π.Χ. αιώνα) που λέγεται πως αυτός εισήγαγε τη γελοιογραφία ως είδος της ζωγραφικής και του οποίου τα έργα επειδή σατίριζε κάποιον Γρύλλο ονομάσθηκαν «Γρύλλοι»".

Το μέσο στο οποίο εμφανίζονται οι γελοιογραφίες είναι παραδοσιακά ο τύπος (εφημερίδες και περιοδικά). Καθώς το περιεχόμενό τους έχει επίκαιρο χαρακτήρα, συνήθως συνδέονται με τα τρέχοντα γεγονότα που παρουσιάζονται στο κάθε έντυπο. Με την επικράτηση των ηλεκτρονικών μέσων, οι γελοιογραφίες συνήθως αναδημοσιεύονται και σχολιάζονται σε σελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η δύναμη της γελοιογραφίας αναδεικνύεται σε περιπτώσεις όπου μια εικόνα μπορεί να γίνει αφορμή για πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, όπως στο παράδειγμα της δημοσίευσης γελοιογραφιών του Μωάμεθ στη Δανία και τη Γαλλία που οδήγησε σε έντονες αντιπαραθέσεις σε σχέση με την ελευθερία του λόγου καθώς και σε περιστατικά βίας. [1]

Κειμενικό είδος

Τα κόμιξ ως αναπαραστατική τέχνη έχουν κοινά στοιχεία με τον κινηματογράφο, καθώς αποτυπώνουν δράση (κίνηση), ομιλία και ήχο. Το κείμενο των κόμιξ, βέβαια, δεν περιορίζεται στο να αναπληρώνει την έλλειψη ακουστικού υλικού, καθώς αποτελεί μέρος της εικαστικής σύνθεσης και ακολουθεί συγκεκριμένες συμβάσεις ύφους που το αναδεικνύουν σε ξεχωριστό κειμενικό είδος.

Το κείμενο των κόμιξ παίρνει κατά κανόνα μία από τις τρεις παρακάτω μορφές [2]:

  • Κείμενο σε πλαίσιο (κείμενο λεζάντας): καλύπτει το ρόλο του αφηγητή και δίνει πληροφορίες που βοηθούν στην κατανόηση της ιστορίας. Το ύφος εξαρτάται από τον αφηγητή και μπορεί να διαφέρει, για παράδειγμα, μεταξύ απρόσωπης αφήγησης και αφήγησης από την οπτική γωνία του ήρωα.
  • Κείμενο σε μπαλόνι ή σύννεφο: Οι συνομιλίες (ευθύς λόγος) τυπικά περιέχονται σε μπαλόνια. Το ύφος τους είναι προφορικό και αναπαριστά τη "φωνή" (τρόπο ομιλίας, προσωπικά χαρακτηριστικά) του κάθε χαρακτήρα. Η εναλλαγή των ομιλητών αντικατοπτρίζεται στη σειρά (συνήθως από πάνω προς τα κάτω) με την οποία εμφανίζονται τα μπαλόνια στην εικόνα. Τα σύννεφα είναι ο χαρακτηριστικός τρόπος απόδοσης των σκέψεων των χαρακτήρων και το κείμενό τους αντιστοιχεί κι αυτό στο προσωπικό ύφος του κάθε χαρακτήρα.
  • Κείμενο ενσωματωμένο στην εικόνα: Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιου κειμένου είναι η αποτύπωση ήχων (π.χ. ΜΠΑΜ!, ΒΖΖΖΙΝ!, ΚΡΑΤΣ!). Πολλές από αυτές τις αναπαραστάσεις έχουν γίνει συμβατικές για το είδος (π.χ. "ζζζζ" για ροχαλητό) και αναγνωρίζονται αμέσως από τους αναγνώστες, παρόλο που οι δημιουργοί διατηρούν την ευχέρεια του πειραματισμού και της εφευρετικής ενσωμάτωσης του κειμένου στην εικόνα.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί πως και τα τυπογραφικά χαρακτηριστικά του κειμένου χρησιμοποιούνται δημιουργικά για την απόδοση επιπλέον πληροφορίας, όπως π.χ. η ένταση της φωνής ή του ηχητικού εφέ, ιδιαιτερότητες στην ομιλία κάποιων χαρακτήρων και η έμφαση σε νοήματα που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία.

Ελληνικά Παραδείγματα

Αρκάς

Ιδιαίτερα δημοφιλή στην ελληνική κοινότητα είναι τα κόμιξ του Αρκά. Ο Αρκάς είναι Έλληνας καλλιτέχνης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '80 δημοσιεύοντας τη σειρά Ο Κόκκορας στο περιοδικό Βαβέλ και στη συνέχεια στο ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ και στο ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ" [3]. Οι σειρές Χαμηλές πτήσεις (1991), Καστράτο (1995) και Η Ζωή Μετά (1999) ήταν αυτές που τον καθιέρωσαν στην ελληνική σκηνή κόμιξ. Τα κόμιξ του αποτελούνται από σειρές με συγκεκριμένο θέμα και πρωταγωνιστές, οι οποίες δημοσιεύονται σε περιοδικά και εφημερίδες, καθώς και σε αυτοτελή άλμπουμ. Μεμονωμένα καρέ δημοσιεύονται και στη σελίδα του Αρκά στο Facebook "Arkas - The Original Page", η οποία αριθμεί πάνω από 820.000 μέλη.

Κουραφέλκυθρα

Τα "Κουραφέλκυθρα" ("Κολυμπηθρόξυλα" σε παλιότερη εκδοχή) είναι ένα σύγχρονο web-comic (εκδίδεται πρωταρχικά στο διαδίκτυο) με μεγάλη διάδοση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δημιουργός τους είναι ο Αντώνης Βαβαγιάννης και η θεματολογία τους έχει μεγάλο εύρος: από αυτοτελείς σύντομες ιστορίες/ανέκδοτα, μέχρι θεματολογικές σειρές (π.χ. "Καλή ιδέα αφεντικό", με την εναλλακτική ιστορία ορισμένων "κακών" ιδεών/εφευρέσεων) και σταθερούς χαρακτήρες (π.χ. η μαθήτρια με τις περίεργες απορίες Ζοζεφίνα και ο ηλικιωμένος με τις ατελείωτες/ασυνάρτητες νοσταλγικές αφηγήσεις Θείος Αιμίλιος).


  1. Περισσότερες πληροφορίες στη Wikipedia.
  2. Μίσιου, Μ. 2010, Τα κόμικς από το περίπτερο στη σχολική τάξη... ξεφυλλίζοντας τον Γκοσινί, εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα.
  3. Πηγή Βικιπαίδεια

Σελίδες στην κατηγορία «Κόμιξ/Γελοιογραφίες»

Αυτή η κατηγορία περιέχει τις ακόλουθες 13 σελίδες, από 13 συνολικά.